Archive for the Uncategorized Category

Νιώθει τον ουρανό όπως είναι

Posted in Uncategorized with tags on 17/07/2012 by Magica de Spell

Νιώθει τον ουρανό όπως είναι


For Christmas Day: Hark! the Herald Angels Sing

Posted in Uncategorized with tags , , , on 22/12/2005 by Magica de Spell

Hark! the herald Angels sing,
Glory to the new-born King,
Peace on earth and mercy mild,
God and sinner reconcil’d.
Hark! the herald Angels sing,
Glory to the new-born King.

Joyful all ye nations rise,
Join the triumph of the skies,
With the angelic host proclaim,
Christ is born in Bethlehem.
Hark! the herald Angels sing,
Glory to the new-born King.

Christ by highest Heaven ador’d,
Christ the everlasting Lord!
Late in time behold him come,
Offspring of a virgin’s womb.
Hark! the herald Angels sing,
Glory to the new-born King.

Veiled in flesh the Godhead see,
Hail, the incarnate Deity,
Pleased as Man with man to dwell,
Jesus our Immanuel!
Hark! the herald Angels sing,
Glory to the new-born King.

Hail the Heaven-born Prince of Peace!
Hail the Sun of Righteousness!
Light and life to all he brings,
Risen with healing in his wings.
Hark! the herald Angels sing,
Glory to the new-born King.

Mild he lays his glory by,
Born that man no more may die,
Born to raise the sons of earth,
Born to give them second birth.
Hark! the herald Angels sing,
Glory to the new-born King.

Charles Wesley (1707-1788)
George Whitfield (1714-1770)
Martin Madan (1726-1790)


Posted in Uncategorized on 09/11/2005 by Magica de Spell

Κερνάω φρέσκα ποιηματάκια από τον φούρνο της Αρτέμιδας.
Στην υγειά σας.

Dear Doctor, I have Read your Play

Posted in George Gordon Lord Byron, Uncategorized with tags , , on 20/09/2005 by Magica de Spell

Dear Doctor, I have read your play,
Which is a good one in its way,
Purges the eyes, and moves the bowels,
And drenches handkerchiefs like towels
With tears that, in a flux of grief,
Afford hysterical relief
To shatter’d nerves and quicken’d pulses,
Which your catastrophe convulses.
I like your moral and machinery;
Your plot, too, has such scope for scenery!
Your dialogue is apt and smart;
The play’s concoction full of art;
Your hero raves, your heroine cries,
All stab, and everybody dies;
In short, your tragedy would be
The very thing to hear and see;
And for a piece of publication,
If I decline on this occasion,
It is not that I am not sensible
To merits in themselves ostensible,
But–and I grieve to speak it–plays
Are drugs–mere drugs, Sir, nowadays.
I had a heavy loss by Manuel —
Too lucky if it prove not annual–
And Sotheby, with his damn’d Orestes
(Which, by the way, the old bore’s best is),
Has lain so very long on hand
That I despair of all demand;
I’ve advertis’d–but see my books,
Or only watch my shopman’s looks;
Still Ivan, Ina and such lumber
My back-shop glut, my shelves encumber.
There’s Byron too, who once did better,
Has sent me–folded in a letter–
A sort of–it’s no more a drama
Than Darnley, Ivan or Kehama:
So alter’d since last year his pen is,
I think he’s lost his wits at Venice,
Or drain’d his brains away as stallion
To some dark-eyed and warm Italian;
In short, Sir, what with one and t’other,
I dare not venture on another.
I write in haste; excuse each blunder;
The coaches through the street so thunder!
My room’s so full; we’ve Gifford here
Reading MSS with Hookham Frere,
Pronouncing on the nouns and particles
Of some of our forthcoming articles,
The Quarterly–ah, Sir, if you
Had but the genius to review!
A smart critique upon St. Helena,
Or if you only would but tell in a
Short compass what–but, to resume;
As I was saying, Sir, the room–
The room’s so full of wits and bards,
Crabbes, Campbells, Crokers, Freres and Wards,
And others, neither bards nor wits–
My humble tenement admits
All persons in the dress of Gent.,
From Mr. Hammond to Dog Dent.
A party dines with me today,
All clever men who make their way:
Crabbe, Malcolm, Hamilton and Chantrey
Are all partakers of my pantry.
They’re at this moment in discussion
On poor De Staël’s late dissolution.
Her book, they say, was in advance–
Pray Heaven she tell the truth of France!
‘Tis said she certainly was married
To Rocca, and had twice miscarried,
No–not miscarried, I opine–
But brought to bed at forty nine.
Some say she died a Papist; some
Are of opinion that’s a hum;
I don’t know that–the fellow, Schlegel,
Was very likely to inveigle
A dying person in compunction
To try the extremity of unction.
But peace be with her! for a woman
Her talents surely were uncommon.
Her publisher (and public too)
The hour of her demise may rue,
For never more within his shop he–
Pray–was she not interr’d at Coppet?
Thus run our time and tongues away;
But, to return, Sir, to your play;
Sorry, Sir, but I cannot deal,
Unless ’twere acted by O’Neill.
My hands are full–my head so busy,
I’m almost dead–and always dizzy;
And so, with endless truth and hurry,
Dear Doctor, I am yours,


George Gordon Lord Byron (1788-1824)

Όταν ο εκδότης του Byron, John Murray, του ζήτησε να τον βοηθήσει για μια ευγενή άρνηση σε μια τραγωδία που του υπέβαλλε ο γιατρός J. W. Polidori, παλιός γνώριμος του Byron, εκείνος αντέδρασε γράφοντας τους παραπάνω στίχους σε μια επιστολή με ημερομηνία 27 Αυγούστου 1817, η οποία πρωτοείδε το φως της δημοσιότητας από τον Moore στην έκδοση Letters and Journals of Lord Byron (1830).
Το 1816, ο Polidori (1795-1821) συνόδευσε τον Byron στην Ελβετία και αργότερα τον ξανασυνάντησε στην Ιταλία. Η ματαιοδοξία του ήταν πηγή διασκέδασης αλλά και αρκετής ενόχλησης για τον ποιητή. Αργότερα, το 1819, ο Polidori διαφήμισε του μυθιστόρημά του The Vampyre, σαν έργο του Byron.

Μικρους θανάτους, η ποίηση δεν έχει…

Posted in Uncategorized on 30/06/2005 by Magica de Spell

Είναι πολύ εύκολο να μιλήσεις για τον θάνατο.
Ειδικά για τον θάνατο ενός επιφανούς προσώπου.
Οικειοποιείσαι την φήμη του, το μεγαλείο του και πουλάς μούρη εξ αντανακλάσεως με επικηδείους άνευ σημασίας.
Είναι πολύ εύκολο να μιλήσεις και για το θάνατο «προσφιλούς προσώπου». Προβάλεις πάνω στο γεγονός του θανάτου του τα δικά σου συναισθήματα. Και ουσιαστικά δεν μιλάς για τον θανόντα παρά για τη δική σου απώλεια. Έτσι είναι ο θάνατος υποκειμενικός.

Στην ηλικία μου ο θάνατος αρχίζει το ψιλόβροχο.
Γύρω-γύρω άνθρωποι με τους οποίους σχετίζομαι, λίγο ή περισσότερο, τελειώνουν.
Αυτός ο θάνατος για τον οποίο δεν μπορείς να μιλήσεις, είναι ο θάνατος των ανθρώπων με τους οποίους σχετίζεσαι λίγο. Που όσο κι αν τους εκτιμάς, δεν είναι «επιφανείς» κι όσο κι αν τους συμπαθείς, δεν είναι «προσφιλείς».

Τέτοιος θάνατος ενέσκηψε εχθές. Ο πατέρας της νύφης μου πέθανε. Ο παππούς του βαφτιστηριού μου. Ούτε μεγάλος πολύ, μα ούτε και νεαρός, 70 χρονών, ο άνθρωπος αυτός, είχε ένα μέτριο θάνατο όπως και μια μέτρια ζωή. Ο θάνατος αυτός, μ’ έκανε να σκεφτώ, πως ο θάνατος δεν περιγράφεται. Όχι γιατί με δυσκολεύει το συναισθηματικό παραπέτασμα να τον αντιληφθώ. Παρά γιατί η ουσία του παραμένει άγνωστη. Κι όσο κι αν προσπαθήσω να τον περιγράψω, μόνο παρομοιάζοντάς τον με άλλες έννοιες μπορώ να τον σημαδέψω λίγο.

Αυτό είναι και το κοινό του χαρακτηριστικό με την αγάπη. Ούτε αυτή περιγράφεται.

Αναζήτησα ένα ποίημα για τον ξερό μέτριο θάνατο ενός απλού αξιοπρεπούς «μη προσφιλούς» ανθρώπου. Δεν βρήκα. Οι ποιητές γράφουν για πρόσωπα που τους προκαλούν πάθος.

Κι έτσι, ελπίζοντας η Αστραδενή να μην θυμώσει, σας στέλνω στο δικό της το ποίημα, που αν και δεν μιλάει για τέτοιο θάνατο, του αξίζει πολύ να το δείτε και να το εκτιμήσετε. Είναι μόνο του αφορμή για στοχασμό.


Posted in Uncategorized on 23/05/2005 by Magica de Spell

Δική μου?
Υπήρξε αγάπη.
Υπήρξε έρωτας?

Είναι αυτή η στιγμή που δεν ξέρεις πώς να διώξεις την ενοχή. Ξέρεις ότι δεν σου αξίζει. Ξέρεις ότι «η ενοχή είναι ο αντίποδας της ευθύνης». Προσπαθείς να την διώξεις. Ν’ αναλάβεις τις ευθύνες σου. Να σταθείς με το κεφάλι ψηλά. Να ξαναγαπήσεις τον εαυτό σου τον προδομένο. Πως γίνεται αυτό? Μα πάντα έτσι γίνεται. Πάντα τον εαυτό σου προδίδεις. Σ’ αυτόν ψεύδεσαι. Και μετατρέπεις τη ζωή σε επανάληψη μιας άθλιας καθημερινότητας.
Η ενοχή φωλιάζει μέχρι και στα νύχια σου. Και δεν είναι ενοχή για πράξεις Είναι ενοχή για συναισθήματα. Γιατί σταμάτησες να αγαπάς. Όχι δεν σταμάτησες να αγαπάς. Σταμάτησες να θέλεις. Επειδή αγαπάς αλλά δεν θέλεις γι αυτό νοιώθεις ένοχος.
Τα μάτια σου καίνε.
Τα μαλλιά σου τα νοιώθεις να ξεκολλάνε από το κεφάλι σου.
Τα νύχια σου πονάνε.
Κι αυτός υποφέρει.
Διώξε την ενοχή.
Πάρε την ευθύνη.
Ζήσε τον σπαραγμό.

Μια θλίψη βαραίνει τα βλέφαρά μου.

Posted in Uncategorized on 12/04/2005 by Magica de Spell

Και τσούζουνε.
Εχουνε γίνει κόκκινα και τα μάτια μου, δεν τα αντέχουνε πια.
Θα θέλανε να έχουνε άλλα βλέφαρα. Που να μην τσούζουν τόσο. Λιγότερο θλιμμένα.
Τα μάτια μου θέλανε να είναι γελαστά. Αυτή ήταν η συμφωνία.
Μετά όμως τα πράγματα άλλαξαν. Τα βλέβαρα βαρύνανε από τη λύπη. Η καρδιά την αγάπησε τη λύπη και την κράτησε κοντά της. Της νοίκιασε τα βλέφαρα για σπίτι και τα μάτια μου βρεθήκανε με τη λύπη νοικάρισσα στο πάνω πάτωμα.
Όλο τα τσιγκλάει αυτή, και όλο κι αυτά κλαίνε. Κι όταν κλαίνε τα βλέφαρα τσούζουν. Κι όταν τσούζουν, τα μάτια θέλουν άλλα βλέφαρα.
Γιατί η καρδιά μου αγάπησε τη λύπη?
Ποιος κάνει κουμάντο εδώ μέσα?