Μια θλίψη βαραίνει τα βλέφαρά μου.

Και τσούζουνε.
Εχουνε γίνει κόκκινα και τα μάτια μου, δεν τα αντέχουνε πια.
Θα θέλανε να έχουνε άλλα βλέφαρα. Που να μην τσούζουν τόσο. Λιγότερο θλιμμένα.
Τα μάτια μου θέλανε να είναι γελαστά. Αυτή ήταν η συμφωνία.
Μετά όμως τα πράγματα άλλαξαν. Τα βλέβαρα βαρύνανε από τη λύπη. Η καρδιά την αγάπησε τη λύπη και την κράτησε κοντά της. Της νοίκιασε τα βλέφαρα για σπίτι και τα μάτια μου βρεθήκανε με τη λύπη νοικάρισσα στο πάνω πάτωμα.
Όλο τα τσιγκλάει αυτή, και όλο κι αυτά κλαίνε. Κι όταν κλαίνε τα βλέφαρα τσούζουν. Κι όταν τσούζουν, τα μάτια θέλουν άλλα βλέφαρα.
Γιατί η καρδιά μου αγάπησε τη λύπη?
Ποιος κάνει κουμάντο εδώ μέσα?

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: